γελοιογραφία

Η τέχνη της παραμόρφωσης των χαρακτηριστικών ενός προτύπου με σκοπό να το σατιρίσει, να το ερμηνεύσει ή να τονίσει, υπερβάλλοντάς τα, ορισμένα ψυχολογικά στοιχεία της προσωπικότητάς του. Η γ. μπορεί ακόμα να διακωμωδήσει ή να καυτηριάσει έναν θεσμό, μια εποχή ή ένα ιστορικό γεγονός. Δεν είναι, όπως υποστηρίζουν μερικοί συγγραφείς, παλαιά όσο ο κόσμος, αλλά εμφανίστηκε σε λαούς με προηγμένο πολιτισμό, όταν η σκέψη, ορθολογιστικά οργανωμένη, απέκτησε την ικανότητα να προχωρήσει σε οξείες ενδοσκοπήσεις και σε βαθιές κοινωνικές ερμηνείες. Διαφορετική από τις καθαρά μαγικές παραμορφώσεις της προϊστορικής τέχνης, η γ. δεν υπήρχε στους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, όπου κάθε καλλιτεχνική εκδήλωση απέβλεπε στη θρησκευτική και δυναστική έξαρση, όπως ήταν ουσιαστικά άγνωστη και στους Αιγυπτίους, οι οποίοι ενώ αναπαριστούσαν πράξεις της καθημερινής ζωής που εκτελούνταν κατά τρόπο κωμικό από ζώα, δεν είχαν τη χαρακτηριστική γελοιογραφική αντίληψη. Η γ. εκδηλώθηκε για πρώτη φορά τον 7ο αι. π.Χ. στην κεραμική της Κορίνθου και συνεχίστηκε με περισσότερη αίσθηση του ευτράπελου στην κεραμική της Βοιωτίας, της Λακωνίας, της Αττικής και της Χαλκίδας. Όταν η θρησκευτική υποβολή ξεπεράστηκε και η κριτική συνείδηση ελευθερώθηκε από φετιχιστικές δοξασίες, αναπτύχθηκαν η μυθολογική σάτιρα και η γ. των θεών, όπως φαίνεται από έναν αμφορέα του Πόντου του μουσείου του Μονάχου, στον οποίο παρωδείται πολύ διασκεδαστικά η κρίση του Πάρη. Αλλά οι πρώτοι πραγματικά γελοιογραφικοί χαρακτήρες βρίσκονται στην αττική κεραμική του 5ου αι. π.Χ. με τις σκηνές εύθυμων συμποσιαστών, μεθυσμένων, στρεβλών χορευτών, των κωμαστών, ή ατόμων που πιάστηκαν με ωμό πραγματισμό στις πιο απόκρυφες στιγμές της φυσιολογικής ζωής. Στην περίοδο αυτή η γ. ασχολήθηκε και με επιφανή πρόσωπα, τα οποία αναπαρέστησε ως τερατώδη ανθρωπάρια με τεράστια κεφάλια επάνω σε μικρά και παραμορφωμένα σώματα. Χαρακτηριστικό δείγμα είναι μια αττική κύλικα του Βατικανού, όπου ο Αίσωπος φαίνεται να συζητά ζωηρά με την αλεπού, ενώ το πονηρό ζώο μοιάζει να είναι πολύ σοφότερο από τον περίφημο μυθογράφο. Αυτή είναι κατά κάποιον τρόπο η ζωγραφική αντιστοιχία των Νεφελών του Αριστοφάνη. Στην ελληνιστική περίοδο και στη ρωμαϊκή εικονογραφική παράδοση το γελοιογραφικό στοιχείο δεν είναι συχνό, είναι όμως κοινές οι κωμικές επινοήσεις και παραστάσεις, όπως οι αλεξανδρινές σκηνές της πάλης ιθυφαλλικών και τερατόμορφων νάνων με πανύψηλους γερανούς ή των χορευτών της Μαχντίας, ή η πομπηιανή Κρίση του Σολομώντα, καθαρά ελληνιστικής προέλευσης. Στοιχεία κωμικά και κάποτε πραγματικά γελοιογραφικά υπάρχουν στις φλυακογραφίες της ιταλιωτικής κεραμικής του 4ου αι. π.Χ., στις παρωδίες δηλαδή μυθολογικών σκηνών ή κλασικών κειμένων. Το πιο πρωτότυπο και ευτράπελο δείγμα είναι το αριστούργημα του Αστέα στο Ετρουσκικό Μουσείο της Βίλα Τζούλια της Ρώμης, όπου εμφανίζεται ο Άιαξ να καταδιώκεται με κλωτσιές από μια φρικαλέα μαινόμενη Κασσάνδρα και να τρέχει τρομοκρατημένος για να σωθεί κοντά στο είδωλο της Αθηνάς. Οι ελληνικοί και αλεξανδρινοί νάνοι επανήλθαν στα ρωμαϊκά χάλκινα αγαλματίδια με τις κωμικές, συχνά χυδαίες στάσεις. Είναι όμως πολύ διαφορετικά από τα πρόσωπα των ρωμαϊκών κωμωδιών υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου, όπως ήταν η τηβεννοφόρος κωμωδία (fabula togata), η ιματιοφόρος κωμωδία (fabula palliata) και η ατελανή κωμωδία (fabula atellana) της εποχής του Σύλλα ή οι μίμοι της εποχής του Καίσαρα και ακόμα οι παραστάσεις των αυτοκρατορικών χρόνων και οι σάτιρες της μεγάλης ρωμαϊκής φιλολογίας. Οι κωμικές παραστάσεις συνεχίστηκαν στον Μεσαίωνα, αλλά δεν περιείχαν κανένα γελοιογραφικό στοιχείο. Στις διακοσμήσεις των παλαιοχριστιανικών εκκλησιών διατηρούνταν τα μοτίβα του κλασικού κόσμου και οι ιστορίες των ζώων σε ανθρώπινες δραστηριότητες. Επανήλθε δηλαδή το στοιχείο του γκροτέσκο και η συμβολική κωμική παράσταση με το προελληνικό πνευματικό περιεχόμενο, προσαρμοσμένο όμως στις νέες θρησκευτικές αντιλήψεις. Οι αμέτρητες αστείες ή και χυδαίες ακόμα σκηνές των χριστιανικών ναών, τόσο διαφορετικές προς την αυστηρή και μυστική ευπρέπεια της μεγάλης τέχνης, ήταν απλά διασκεδαστικά μοτίβα χωρίς κριτική ή γελοιογραφική πρόθεση, ενώ στις φανταστικές απεικονίσεις του Σατανά ή σε άλλα φρικιαστικά ευρήματα ήταν σαφής η πρόθεση να εντυπωσιαστεί η λαϊκή ψυχή με τη συμβολική μορφή του κακού και του άσχημου, έτσι ώστε να αντιληφθεί την αντίθεσή του με το ωραίο, το άγιο και το αγνό. Το γκροτέσκο συνεχίστηκε σε όλο τον Μεσαίωνα στη Γαλλία και στις Βόρειες χώρες, αλλά κυρίως στην Αγγλία, όπου μια ατέλειωτη κλίμακα παρόμοιων θεμάτων παρουσιάζεται στις διακοσμήσεις των εκκλησιών και προπαντός στα ιστορημένα χειρόγραφα. Από εκεί διαδόθηκε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο συρμός της διαμόρφωσης των αρχικών γραμμάτων των χειρογράφων σε σχήματα φανταστικών ζώων ή κωμικών κεφαλών ανθρώπων. Άλλα γκροτέσκ μεσαιωνικά θέματα είναι οι ιστορίες του Αδάμ και της Εύας, η πάλη του Δαβίδ με το λιοντάρι (αγγλοσαξονικά χειρόγραφα του 11ου αι.) και αυτά που ήταν εμπνευσμένα από το περίφημο Μυθιστόρημα της Αλεπούς (Roman de Renart). Το γκροτέσκο διατηρήθηκε σε όλη την Αναγέννηση και έγινε το σύμβολο μιας διαφορετικής αντίληψης του κόσμου, αλλά δεν ήταν ακόμα γ. Οι πρώτες καθαρά γελοιογραφικές εκδηλώσεις σημειώθηκαν τον επόμενο αιώνα και επικράτησαν από τον 18o αι. και ύστερα ως φυσικό αποτέλεσμα των κοινωνικών αλλαγών και του πνεύματος του Διαφωτισμού. Ορισμένοι συγγραφείς ανάγουν τη σύγχρονη γ. στον Λεονάρντο ντα Βίντσι, αλλά ο καλλιτέχνης αυτός, αν και τόνιζε τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φυσιογνωμίας, δεν είχε στην πραγματικότητα σατιρική διάθεση. Παρά την ελαφρά ειρωνεία των γελοιογραφικών σχεδίων του, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπέρβαση του πραγματικού ήταν για τον Ντα Βίντσι μια διαφορετική προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας, προς την οποία έτεινε όλο το έργο του. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι γ. οι υπερβολές του Ντίρερ, του Λεονάρντο της Αναγέννησης του Βορρά, ούτε ορισμένες εκδηλώσεις της βόρειας τέχνης από το 1400 έως το 1500. Έτσι, η ομάδα των δημίων στην Οδό του Γολγοθά του Ιερώνυμου Μπος, που αντιπαραβάλλονται στην ήρεμη ευπρέπεια του λυτρωτή και αντιπροσωπεύουν με την ενοχλητική ασχήμια τους την ηθική δυσμορφία, είναι ακόμα σύμβολα. Η πολιτική και θρησκευτική σάτιρα συνέχιζε να χρησιμοποιεί τις παλιές αγροίκες μορφές, αναθέτοντας ανθρώπινες δραστηριότητες σε ζώα. Το ίδιο έκανε και η παρωδία κλασικών έργων, όπως ο Λαοκόων (Τιτσιάνο). Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν μερικοί, δεν είναι δυνατόν να μην αποδοθούν γελοιογραφικές ιδιότητες στις συνθέσεις του Μπρέγκελ με το χαρακτηριστικό εύχυμο λαϊκό κωμικό στοιχείο τους, αλλά χωρίς πρόθεση πολεμικής και σάτιρας. Η σατιρική πολεμική είναι έντονη στο έργο του Λούκας Κράναχ του Πρεσβύτερου (1472-1553), φίλου του Μαρτίνου Λούθηρου και πρωτοπόρου στο είδος αυτό, που είχε μεγάλη ανάπτυξη τον 18o αι. και την υψηλότερη καλλιτεχνική του έκφραση στα Καπρίτσια και σε ορισμένα ζωγραφικά έργα του Γκόγια (1746-1828). Η γ., με τη σύγχρονη έννοια του όρου, εμφανίστηκε με τα γελοιογραφικά στιγμιότυπα (ritrattini carichi) του Ανίμπαλε Καράτσι (1560-1609) και συνεχίστηκε από ορισμένους οπαδούς της σχολής της Μπολόνια, από τον Ντομενικίνο και προπαντός από τον Γκουερτσίνο (ένα λεύκωμά του με 200 γ. υπήρχε έως τον 18ο αι.) και ακόμα από τον Μόλα, τον Μαράτι, τον Ζακ Καλό (1593-1635) και τον Στέφανο ντέλα Μπέλα. Αλλά το πρώτο σχέδιο με πραγματικά παραμορφωμένα τα κυριότερα χαρακτηριστικά ενός ατόμου εκτελέστηκε από τον Τζαν Λορέντσο Μπερνίνι και απεικονίζει έναν αρχιστράτηγο του πάπα Ουρβανού Η’. Ο Μπερνίνι μετέφερε και στη Γαλλία τη γ., που κωδικοποιήθηκε αργότερα από τον Ντ’ Αλαμπέρ. Από τότε πολλοί καλλιτέχνες δημιούργησαν γ. Η χαριτωμένη σειρά του Πιερ Λεόνε Γκέτσι (1674-1755), με στιγμιότυπα της ζωής της Ρώμης και γ. προσωπικοτήτων της εποχής του, βρίσκεται στις συλλογές του Cabinettodelle Stampe της Ρώμης, της Πινακοθήκης των Ουφίτσι της Φλωρεντίας, του Μουσείου του Λούβρου και του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου. Γ. δημιούργησαν και οι Σαλβατόρ Ρόζα και Τζαν Μπατίστα Τιέπολο (1696-1770). Ο Κορνέλιους Ντισάρ (1660-1704) εγκαινίασε την πολιτική και κοινωνική σάτιρα. Ήταν τόσο δηκτική ώστε δεν δίστασε να πλήξει με τα βέλη της ακόμα και τον Λουδοβίκο ΙΔ’ και ορισμένους γνωστούς εκπροσώπους της καθολικής Ένωσης (Ligue). Το είδος αυτό συνεχίστηκε, ιδίως στην Ολλανδία από τον Ρομέν ντε Χόογκε και στην Αγγλία από τον Γουίλιαμ Χόγκαρθ (1697-1764), και ευνοήθηκε από τον φιλελεύθερο προσανατολισμό αυτών των χωρών. Ενώ ο Χόγκαρθ κάλυπτε με τη σάτιρά του μόνο τις πλευρές της καθημερινής ζωής της χώρας του, ο Τόμας Ρόουλαντσον (1756-1827) και ο Τζέιμς Γκίλρεϊ (1757-1815) είχαν κύριο στόχο τους τα σύγχρονα πολιτικά γεγονότα και ιδίως αυτά που σχετίζονταν με τους Γάλλους και τον Ναπολέοντα. Η σάτιρα των ηθών επανήλθε στο τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Τζορτζ Κρούκσανκ (1792-1878). Η γαλλική γ. από το δεύτερο μισό του 18ου αι. έως τα πρώτα χρόνια του 19ου επηρεάστηκε, έως την εμφάνιση του Ονορέ Ντομιέ, από την αγγλική. Ο μεγαλύτερος ερμηνευτής της ήταν ο Σαρλ Φιλιπόν (1806-62), δημιουργός της έξοχης γ. του Λουδοβίκου Φίλιππου και ιδρυτής του γαλλικού χιουμοριστικού περιοδικού La Caricature (1830-34) και της εφημερίδας Charivari (1832-42) όπου συνεργάστηκαν, εκτός από τον Ντομιέ, και ο Ντενί-Ογκίστ Μαρί Ραφέ, ο Γκρανβίλ (Ζαν Ινιάς Ιζιντόρ Ζεράρ), ο Ανρί Μποναβαντίρ και ο Σαρλ Ζοζέφ Τραβιές. Ο Ντομιέ (1808-79) έφερε νέο επαναστατικό άνεμο και η γ. του δεν άργησε να προσλάβει τον χαρακτήρα πραγματικής πολιτικής διαμάχης και ανοιχτής εξέγερσης κατά της μοναρχίας του Ιουλίου, τόσο ώστε μετά τη δημοσίευση της περίφημης σειράς του Η νομοθετική κοιλιά (Le ventre législatif), η πολιτική σάτιρα απαγορεύτηκε και ο μεγάλος σχεδιαστής αναγκάστηκε να στρέψει την πολεμική του εναντίον των ηθών της πλούσιας αστικής τάξης. Τότε δημιούργησε τον Ρομπέρ Μακέρ, τους Καλούς αστούς (Les bons bourgeois), τους Λειτουργούς της δικαιοσύνης (Les gens de justice). Στα χρόνια της Β’ Αυτοκρατορίας στη Γαλλία, ο Ντομιέ ξαναγύρισε στην αγαπημένη του πολιτική σάτιρα για να πολεμήσει με την ίδια θέρμη την αντιδραστική μερίδα και κάθε μορφή συντηρητισμού. Σύγχρονος του Ντομιέ ήταν ένας άλλος μεγάλος γελοιογράφος, ο Πολ Γκαβαρνί (1804-1866), που επιδόθηκε σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος, κομψό και κοσμικό. Άλλοι σημαντικοί Γάλλοι γελοιογράφοι ήταν ο Αλεξάντρ Γκαμπριέλ Ντεκά, ο Εζέν-Λουί Λαμί, ο Αμπέλ Φεβρ, ο Καράν ντ’ Ας (Εμανουέλ Πουαρέ), ο Σαρλ Λισιέν Λεάντρ, o Ζαν-Λουί Φορέν, συνεργάτες στα δύο φύλλα που προαναφέρθηκαν και στην Εφημερίδα του γέλιου (Journal pour rire) και στη Διασκεδαστικήεφημερίδα (Journal αmusant). Την ευρεία διάδοση του γελοιογραφικού Τύπου προώθησε και η λιθογραφία, εφεύρεση του Αλόις Σενεφέλντερ (1798), πολύ πιο κατάλληλη για μια εφημερίδα από τα δαπανηρά συστήματα της χαρακτικής που χρησιμοποιούνταν έως τότε. Άλλα σημαντικά χιουμοριστικά περιοδικά ήταν στην Αγγλία το Punch (1840) και αργότερα στη Γερμανία τα Fliegende Blätter (1844), Kladeratatsch (1848) και Simplicissimus, στο οποίο μάλιστα συνεργάστηκε και ο Έλληνας Δημήτριος Γαλάνης. Οι Γερμανοί γελοιογράφοι είχαν ένα ιδιότυπο φανταστικό χιούμορ, όπως ο Βίλχελμ Μπους (1832-1908) και ο Όλαφ Γκούλμπρανσον, και ουδέποτε αντιμετώπισαν θέματα πολιτικής φύσης. Στην Ιταλία η γ. εξαπλώθηκε από τα μέσα του 19ου αι. με την ανάπτυξη του Τύπου. Δέχτηκε αρχικά την επίδραση του χιουμοριστικού πνεύματος της Γαλλίας, αλλά με την πάροδο του χρόνου κατέκτησε αυτονομία και πρωτοτυπία, αν και δεν κατόρθωσε να φτάσει στο επίπεδο της γαλλικής και της αγγλικής γ. Η αντικληρική εφημερίδα ΒοnPirlone ήταν η πρώτη στην Ιταλία που δημοσίευσε κάπως καλλιτεχνικές γ. και προπαντός η πρώτη που τόλμησε να αντιστρατευτεί την εκκλησιαστική υπερεξουσία. Ιδρύθηκε το 1848 από τον αγωνιστή της ιταλικής ανεξαρτησίας Μικελάντζελο Πίντο και είχε συνεργάτες τον Τερέντσιο Μαμιάνι, τον Μικέλε Μανούτσι και τον Οπεραντίνο Αριβαμπένε. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκαν και άλλες χιουμοριστικές εφημερίδες, όπως ο Arlecchino της Νάπολης. Παράλληλα ο γελοιογράφος Πεντρόνε και ο τυπογράφος Κασόνε εξέδωσαν στο Τορίνο την εφημερίδα Fischietto, η οποία άσκησε βίαιη πολιτική πολεμική και συγκέντρωσε τους καλύτερους Ιταλούς χιουμορίστες του 19ου αι. Το 1856 ιδρύθηκε, επίσης στο Τορίνο, η εφημερίδα Pasquino, η μόνη ιταλική εφημερίδα που συμπλήρωσε εκατονταετία και διέκοψε την έκδοσή της από το 1930 έως το 1949 για πολιτικούς λόγους. Η ιταλική γ. βρήκε ιδανικό περιβάλλον στον περίφημο τόπο συνάντησης των καλλιτεχνών, στο καφενείο Μικελάντζελο της Φλωρεντίας, όπου συγκεντρώνονταν από το 1845 έως το 1865 οι σημαντικότεροι Ιταλοί καλλιτέχνες του 19ου αι.: ο Φατόρι, ο Σινιορίνι, ο Ούσι και πολλοί άλλοι. Σημαντικότερος γελοιογράφος της ίδιας εποχής ήταν ο Αντριάνο Τσετσιόνι, γλύπτης, ζωγράφος και κριτικός της τέχνης, δημιουργός ωραίων κεραμικών γ. Το 1891 ιδρύθηκε στη Ρώμη από τον Λούλι και τους γελοιογράφους Γκουίντο Ποντρέκα και Ραταλάνγκα (Γκαμπριέλε Γκαλαντάρα), Ο Γάιδαρος (L’ Asino), η πρώτη σατιρική σοσιαλιστική εφημερίδα της Ιταλίας. Η γ. ή το γκροτέσκο υπάρχουν και στα έργα μεγάλων νεότερων καλλιτεχνών. Ο εξπρεσιονισμός ώθησε την τέχνη του Κοκόσα, του Μπέκμαν, του Γκρος σε ορισμένες εκφράσεις που έχουν τη σφραγίδα ενός πικρού χιούμορ με ηθικοπλαστικό υπόβαθρο, ενώ για άλλους (Φάινινγκερ, Κούπκα, Βιγιόν, Μπάρλαχ, Γκρι, Ορόθκο, Κόλντερ) η γ. αντιπροσωπεύει την αρχική τους επίδοση και αντανακλάται σε όλο το μεταγενέστερο έργο τους. Στη νεότερη Ελλάδα, η γ. υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητή και βρίσκεται σε αδιάκοπη άνθηση. Διακωμωδεί συνήθως τα ήθη του τόπου, τις προσωπικότητες της χώρας, διάφορους τύπους της κοινωνίας, αλλά κυρίως ασχολείται με την πολιτική σάτιρα. Ιδρυτής της θεωρείται ο Θέμος Άννινος (1845-1916), συνεργάτης του Εμμανουήλ Ροΐδη στο περιοδικό Ασμοδαίος και αργότερα του αδελφού του Μπάμπη Άννινου στην εφημερίδα Άστυ. Ο Αλή Ντίνο Βέης (Τήνος 1872 – Αθήνα 1938), βουλευτής της Ηπείρου, απαθανάτισε πολλούς τύπους της περιοχής του. Ο Δημήτριος Γαλάνης άρχισε την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία ως σατιρικός σχεδιαστής και ασκούσε τη γ. για αρκετά χρόνια ως συνεργάτης γαλλικών και γερμανικών περιοδικών. Στο Κάιρο κυκλοφορούσε το σατιρικό φύλλο Σφιγξ με γ. του Κ. Ρωμάνου. Ο Στέφανος Ξενόπουλος από τη Ζάκυνθο δημοσίευσε πολλά σατιρικά σχέδιά του. Ο Ηλίας Κουμετάκης ασχολήθηκε με την ηθογραφική σάτιρα, ο Γεώργιος Μαυριλάκος (C. Noir) με γελοιογραφικές προσωπογραφίες, όπως και ο Αντώνης Πρωτοπάτσης. Με χαρακτηριστικές γ. συνόδευε συνήθως τα ευθυμογραφήματά του και ο Σταμ-Σταμ (Σταμάτης Σταματίου). Στην πολιτική σάτιρα δέσποζε για πολλά χρόνια ο Φωκίων Δημητριάδης, που για τη συμβολή του στην ανάπτυξή της τον βράβευσε η Ακαδημία Αθηνών (Δεκέμβριος 1969). Συνεργάτης των εφημερίδων Ελεύθερον Βήμα, Αθηναϊκά Νέα και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο Βήμα και Νέα και Μακεδονία, καθώς και πολλών άλλων περιοδικών και εφημερίδων, δημιούργησε με την ταχύτατη και νευρώδη γραμμή του ευφυέστατα σχέδια που θα παραμείνουν σημαντικότατο τεκμήριο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ο ίδιος είναι δημιουργός και του πασίγνωστου εικονογραφικού μοτίβου τοπαρδαλό κατσίκι. Άλλοι σημαντικοί Έλληνες γελοιογράφοι είναι (κατ’ αλφαβητική σειρά) οι Ε. Αναστόπουλος, Σ. Αναστόπουλος, Μ. Αργυράκης, Αρκάς, Αρχέλαος (Α. Αντώναρος), Α. Βλασόπουλος, Κ. Βλάχος, Μ. Γαλλίας, Φ. Γιωργουλάκης, Γ. Γκέιβελης, Γ. Ιωάννου, Καλαϊτζής, Δ. Καμμένος, Ν. Καστανάκης, ΚΥΡ (I. Κυριακόπουλος), Ι. Λογοθέτης, Β. Μητρόπουλος, Κ. Μητρόπουλος, Μποστ (Μ. Μποσταντζόγλου), N. Νομικός, Δ. Ορνεράκης, Β. Παυλίδης, Στ. Πολενάκης, Η. Σκουλάς, Στάθης, Κατερίνα Σχινά, Ευ. Τερζόπουλος, Βασίλης Χριστοδούλου κ.ά. Γελοιογραφία του Σουρή, έργο του Θέμου Άννινου, που απαθανάτισε με το σατιρικό κονδύλι του τους γνωστότερους πολιτικούς και διανοούμενους καθώς και τους πιο χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής του. Ιδρυτής της γελοιογραφίας στην Ελλάδα θεωρείται ο Θέμος Άννινος (1845-1916), συνεργάτης του Εμμανουήλ Ροΐδη στο περιοδικό «Ασμοδαίος». Στη φωτογραφία, γελοιογραφία της Ζουρού, χαρακτηριστικού τύπου της εποχής. Αντιβενιζελική γελοιογραφία εποχής, σε προεκλογική περίοδο (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Γελοιογραφία από τον «Ρωμηό» του Γ. Σουρή (1915), όπου απεικονίζεται ο Ελ. Βενιζέλος και ο Δ. Γούναρης σε συμπλοκή που προκαλεί ικανοποίηση στους εχθρούς της Ελλάδας (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη, όπου ο Γρίβας εμφανίζεται να υπονομεύει το έργο του Μακαρίου (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Γελοιογραφία της εποχής για τις εκλογικές ισορροπίες του 1910 (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Ο Ίψεν, γελοιογραφία του Όλαφ Γκούλμπρανσον. Το «αχλάδι», γελοιογραφία του Σαρλ Φιλιπόν που απεικονίζει τον βασιλιά Λουδοβίκο Φίλιππο. Μια σατιρική απεικόνιση της αμερικανικής ζωής, του Σαούλ Στάινμπεργκ· στο έργο του διάσημου αυτού σχεδιαστή το χιουμοριστικό στοιχείο εκφράζεται με τη λεπτή και εξαιρετικά πνευματώδη γραμμή. «Η Εθνοσυνέλευση απολιθωμένη», γελοιογραφία του Τζέιμς Γκίλρεϊ. Χώρα με δημοκρατικές παραδόσεις, η Μεγάλη Βρετανία υπήρξε κατά τον 18ο αι. το κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής σάτιρας. «Η τελευταία ελπίδα», λιθογραφία του Τόμας Ραούλαντσον. Εξώφυλλο του «Άζινο» του Ιταλού Ραταλάνγκα. «Η Πρωτοχρονιά των πλουσιόπαιδων και των φτωχόπαιδων», γελοιογραφία του Τζουζέπε Σαλαρίνι (1921). «Οι αλπινιστές», γελοιογραφία του Mivo Μακάρι (1936). Ο Καβούρ, σε γελοιογραφία του Μελκιόρε Ντέλφικο. Γελοιογραφία του Ναπολέοντα, που ορκίζεται αιώνιο μίσος εναντίον των Άγγλων. «Η ταχυδρομική άμαξα» (1747), χαλκογραφία του Γουίλιαμ Xόγκαρθ. «Πρόσεχε, ο άντρας μου μας παρακολουθεί», γελοιογραφία του Γάλλου Αλμπέρ Ντιμπού. «Απαγορεύεται η είσοδος στους ανηλίκους» του Άγγλου γελοιογράφου Ρόναλντ Σιρλ. Η Ευρώπη χαρίζει στην Ελλάδα (σκύλος) την Κρήτη (κομμάτι κρέας), αγγλική γελοιογραφία του 19ου αι. (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Ο Λίνκολν, γελοιογραφία ανώνυμου καλλιτέχνη του 19ου αι. Η ηθοποιός Φραντσέσκα Μπερτίνι, όπως απεικονίζεται σε γελοιογραφία του Τζούλιο Μποέτο. Ο Ροστάν, γελοιογραφία του Σεμ. Ο Μπαλζάκ, σε γελοιογραφία του Ονορέ Ντoμιέ. Ένας αρχιστράτηγος του πάπα Ουρβανού Η’, γελοιογραφία του Τζαν Λορέντσο Μπερνίνι (1598-1680) (Cabinetto delle Stampe, Ρώμη). Γελοιογραφική παράσταση ανθρώπινων μορφών σε αγγείο του 5ου π.Χ. αι.
* * *
η
1. η σατιρική αναπαράσταση προσώπων ή σκηνών με κωμικό υπερτονισμό ορισμένων χαρακτηριστικών
2. γελοία απομίμηση ή παραμόρφωση μιας έννοιας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γελοιογράφος. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικόν και Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Σκαρλάτου Βυζάντιου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γελοιογραφία — η χιουμοριστικό σχέδιο προσώπων ή πραγμάτων με κωμική παραμόρφωση, καρικατούρα: Του δώρισα ένα λεύκωμα με γελοιογραφίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρύλλος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ένας από τους συντρόφους του Οδυσσέα, που μεταμορφώθηκε σε χοίρο από την Κίρκη και αρνήθηκε έπειτα να επιστρέψει στην ανθρώπινη μορφή του. II Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ο πατέρας του Αθηναίου ιστορικού Ξενοφώντα (4ος αι. π …   Dictionary of Greek

  • γελοιογραφικός — ή, ό 1. ο σχετικός με τη γελοιογραφία 2. «γελοιογραφικό περιοδικό» αυτό που περιέχει γελοιογραφίες 3. το θηλ. ως ουσ. η γελοιογραφική η τέχνη τού γελοιογράφου. [ΕΤΥΜΟΛ. < γελοιογραφία. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικόν και… …   Dictionary of Greek

  • σάτιρα — Λογοτεχνικό είδος που έχει σκοπό να υπογραμμίσει και να καυτηριάσει, με στοιχεία κυρίως κωμικά και παραμορφωτικά αλλά συχνά και τραγικά τα ανθρώπινα ελαττώματα και ατέλειες και επομένως να διορθώσει τα ήθη. Είναι δύσκολο να αναπλάσουμε την… …   Dictionary of Greek

  • Δημητριάδης, Φωκίων — (Κωνσταντινούπολη 1894 – Αθήνα 1977). Σκιτσογράφος και γελοιογράφος. Δημοσίευσε τα πρώτα του σκίτσα το 1913 σε σατιρικά περιοδικά της Κωνσταντινούπολης και από το 1918 αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη γελοιογραφία. Επί 60 ολόκληρα χρόνια σατίριζε την… …   Dictionary of Greek

  • Μητρόπουλος, Κώστας — (Αθήνα 1925 –). Γελοιογράφος. Ήταν αυτοδίδακτος. Ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στην εφημερίδα Αθλητική Ηχώ (1955). Από το 1959 άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα το Βήμα και από το 1960 με το περιοδικό Ταχυδρόμος. Το 1967… …   Dictionary of Greek

  • -γραφία — β συνθετικό θηλ. ουσιαστικών τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από τα οποία τα περισσότερα προέρχονται από αντίστοιχα σύνθετα σε γράφος* και δηλώνουν: α) τρόπο γραφής ή εκτυπώσεως (πρβλ. δακτυλογραφία, στενογραφία κ.ά.) β) είδος… …   Dictionary of Greek

  • Σωκράτης — I Ένας από τους μεγαλύτερους φιλόσοφους της αρχαίας Ελλάδας (Αθήνα 470 ή 469 399 π.Χ.). Γιος ενός γλύπτη και μιας μαίας, ο Σ. πρέπει να είχε κάποια οικονομική άνεση, όπως αποδείχνει το γεγονός ότι πέρασε όλη του τη ζωή αδιαφορώντας για τα… …   Dictionary of Greek

  • γελοιογράφος — ο ο καλλιτέχνης ή ερασιτέχνης που ασχολείται με τη γελοιογραφία. [ΕΤΥΜΟΛ. < γελοίος + γράφος < γράφω. Η λ. μαρτυρείται από το 1854 στο περιοδικό Ν. Πανδώρα από τον Φωκίονα] …   Dictionary of Greek

  • εμπρός — Τίτλος ημερήσιας αθηναϊκής εφημερίδας, που ιδρύθηκε το 1896 από τον Δημήτριο Καλαποθάκη. Στην εφημερίδα συνεργάστηκε ο Κωστής Παλαμάς, υπογράφοντας με το λατινικό γράμμα W, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, που έγραψε χρονογράφημα με το ψευδώνυμο Διαβάτης,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.